Ο χαμένος κόσμος: το παιδί, ο γονιός, το τραύμα που μένει

Τι ζει μέσα σε ένα αποξενωμένο παιδί, τι συντρίβεται στον γονιό που «χάνεται» χωρίς να έχει πεθάνει, και τι κουβαλάνε για μια ζωή τα ενήλικα παιδιά της αποξένωσης

ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΓΟΝΙΚΗ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΔΙΑΖΥΓΙΟ & ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Lilika Vergi / Λιλίκα Βέργη

4/24/20261 λεπτά ανάγνωσης

Στο προηγούμενο άρθρο " Ο νους και τα όπλα του αποξενωτή" είδαμε τον αποξενωτή και τα εργαλεία του. Αλλά η γονική αποξένωση δεν είναι μόνο αυτό που γίνεται — είναι και αυτό που μένει. Μένει μέσα στο παιδί, σε μια πλευρά που σιωπά αλλά δεν σβήνει. Μένει μέσα στον γονιό που βλέπει το παιδί του να απομακρύνεται ζωντανό. Και μένει —ίσως βαθύτερα από οπουδήποτε αλλού— στον ενήλικα που μεγάλωσε μέσα σε αυτό και σήμερα κοιτάζει πίσω προσπαθώντας να καταλάβει πού χάθηκε ένα κομμάτι του εαυτού του. Αυτό το άρθρο είναι αφιερωμένο σε αυτό που μένει.

Μέσα στο παιδί: η αδύνατη σύγκρουση πίστης
Το αποξενωμένο παιδί δεν μισεί πραγματικά. Επιβιώνει. Μπαίνει σε μια αδιέξοδη σύγκρουση πίστης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που χρειάζεται εξίσου, και βρίσκει την πιο οικονομική ψυχική λύση: απορρίπτει ολοκληρωτικά τον έναν για να μη «διαλυθεί» από την αντίφαση. Στην ψυχανάλυση αυτό λέγεται splitting — ο διχασμός. Ο ένας γονέας γίνεται εξ ολοκλήρου «καλός», ο άλλος εξ ολοκλήρου «κακός». Δεν υπάρχει πλέον αμφιθυμία, δεν υπάρχει αντιφατικότητα· δεν υπάρχει χώρος για το «ναι, αλλά». Η πόλωση δίνει στο παιδί φαινομενική ηρεμία: δεν χρειάζεται να διαπραγματεύεται ποιον αγαπάει.

Αυτή η ηρεμία όμως έχει τίμημα. Το παιδί αρχίζει να μιλά με γλώσσα που δεν είναι δική του. Λέει φράσεις που μοιάζουν με αντιγραφή από ενήλικα, γιατί είναι. Ο Warshak αφηγείται μια πεντάχρονη που, ρωτημένη γιατί δεν ήθελε να βλέπει τον πατέρα της, απάντησε: «Μου αγοράζει υπερβολικά πολλά παιχνίδια. Προσπαθεί να με κακομάθει.» Ένας εξάχρονος παραπονέθηκε για τη μητέρα του ότι «παραβιάζει την ιδιωτικότητά του». Οι λέξεις δεν είναι παιδικές. Είναι δανεισμένες. Είναι ο λόγος του αποξενωτή που πέρασε ολόκληρος μέσα στο παιδί, χωρίς φίλτρο, χωρίς επεξεργασία.

Παράλληλα, το παιδί επιμένει: «το αποφάσισα μόνος/η μου». Ακόμα κι όταν χρησιμοποιεί ακριβώς τις ίδιες λέξεις με τον γονιό του, ακόμα κι όταν η αφήγησή του είναι λέξη προς λέξη αντίγραφο όσων ακούει στο σπίτι, θα αρνηθεί κατηγορηματικά πως κάποιος το επηρέασε. Οι κλινικοί την ονομάζουν αυτή την εικόνα «διακήρυξη ανεξαρτησίας» (declaration of independence) — το παιδί δανείζεται τη ρητορική της αυτονομίας για να καλύψει τη βαθιά του εξάρτηση.

Κι ακόμα πιο βαθιά, ζει κάτι ακόμα: μια διαρκής επιφυλακή. Το παιδί μαθαίνει να παρακολουθεί τη διάθεση του αποξενωτή σαν βαρόμετρο, να κρύβει τα δικά του αισθήματα, να μιλάει λίγο, να συμμορφώνεται υπερβολικά. Όταν οι θεραπευτές προσπαθούν να κουβεντιάσουν μαζί του, συχνά περιγράφουν «ένα παιδί πολύ φυλαγμένο, που δίνει ελάχιστες πληροφορίες, γιατί νιώθει ότι πρέπει να προστατεύσει και τους δύο γονείς». Κάτω από την επιφάνεια του «μίσους» κρύβονται άγχος, σιωπηλή ενοχή που δεν μπορεί να ονομάσει, χαμηλή αυτοεκτίμηση, και μια αίσθηση προδοσίας του ίδιου του εαυτού του.

Το τραύμα επεκτείνεται. Ο Gardner το ονόμασε spread of animosity, την εξάπλωση της εχθρότητας: το παιδί παύει να αγαπά όχι μόνο τον αποξενωμένο γονέα, αλλά και όλους γύρω του — γιαγιάδες, θείους, ξαδέλφια, παλιούς φίλους. Έχει περιγραφεί μάλιστα παιδί που απέφευγε ακόμα και τον σκύλο του πατέρα του. Σε μία από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές που καταγράφει ο Warshak, μια πεντάχρονη, που λάτρευε τη γιαγιά της αλλά ήξερε ότι η μητέρα της τη μισούσε, βρήκε μια σχεδόν ποιητική λύση στο αδιέξοδό της: κοίταξε τη γιαγιά της και είπε «σε μισώ» — και μετά πρόσθεσε ψιθυριστά πως «ό,τι λέω είναι το αντίθετο της αλήθειας». Με αυτή την επινοημένη γλώσσα κατάφερε συγχρόνως να παραμείνει πιστή στη μητέρα της και να πει στη γιαγιά ότι την αγαπά. Παρόμοια, μια μαθήτρια, σε μια άσκηση με ατελείς προτάσεις («το πρόσωπο που θαυμάζω περισσότερο είναι…»), άρχισε να γράφει «Γιαγιά» — και ύστερα το έσβησε για να γράψει από πάνω «Μαμά και Μπαμπάς». Κανείς ενήλικας δεν βλέπει τη μάχη που δίνεται μέσα σε ένα τέτοιο μυαλό.

Το παιδί που μεγάλωσε πολύ νωρίς: η γονεοποίηση και η συναισθηματική αιμομιξία
Υπάρχει ένα άλλο, πιο σιωπηλό στρώμα στον εσωτερικό κόσμο του αποξενωμένου παιδιού, που φαίνεται εκ πρώτης όψεως σχεδόν σαν αρετή: η ωριμότητα. Τα παιδιά αυτά μοιάζουν «μεγάλα για την ηλικία τους», ευαίσθητα, προσεκτικά, φροντιστικά. Οι γύρω τα επαινούν — τι σοβαρό παιδί, τι συναισθηματική νοημοσύνη. Η αλήθεια είναι άλλη: αυτά τα παιδιά έχουν γονεοποιηθεί. Έχουν αναγκαστεί να αναλάβουν εσωτερικά έναν ρόλο που ποτέ δεν τους έπρεπε.

Το γονεοποιημένο παιδί μαθαίνει από πολύ νωρίς να παρακολουθεί τον γονιό του όπως ένας γονιός θα παρακολουθούσε το δικό του παιδί — να προβλέπει τις διαθέσεις του, να προλαμβάνει τα ξεσπάσματα, να τον ρυθμίζει όταν θυμώνει, να τον παρηγορεί όταν κλαίει. Βάζει τα δικά του αισθήματα στο ράφι, γιατί δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτά — όλος ο ψυχικός χώρος της σχέσης καταλαμβάνεται από τις ανάγκες του ενήλικα. Η παιδικότητα, εκείνο το δικαίωμα να είσαι άναρχος, εγωκεντρικός, να κάνεις λάθη χωρίς τιμωρία, να χρειάζεσαι χωρίς να δίνεις — δεν υπάρχει. Το παιδί γίνεται μικρός ενήλικας πριν καν γίνει παιδί.

Όταν η κατάσταση βαθύνει σε συναισθηματική αιμομιξία, το τραύμα αλλάζει μορφή. Το παιδί δεν είναι πια απλώς φροντιστής — είναι ο ψυχικός σύντροφος που αντικατέστησε τον σύζυγο. Κουβαλά μια οικειότητα φορτισμένη με ερωτικό-συντροφικό χαρακτήρα, ακατάλληλη για την ηλικία του: ακούει εξομολογήσεις για τη σεξουαλικότητα του άλλου γονέα, γίνεται κάτοχος «μυστικών» που ένα παιδί δεν πρέπει να κουβαλά, αισθάνεται υπεύθυνο για την ψυχική επιβίωση του μεγάλου. Το χειρότερο είναι ότι βιώνει αυτή τη θέση ως τιμή. Νιώθει ξεχωριστό, εκλεκτό, ο μοναδικός που καταλαβαίνει. Γι’ αυτό και η ρήξη είναι τόσο δύσκολη: δεν νιώθει θύμα, νιώθει σύμμαχος· δεν βλέπει κακοποίηση, βλέπει «μια μοναδική αγάπη».

Μέσα σε αυτή τη σχέση, ο αποξενωμένος γονέας —αυτός που θα άφηνε το παιδί να είναι παιδί, που θα αγαπούσε χωρίς να ζητά ανταπόδοση— μοιάζει αναπόφευκτα ξένος. Η ύπαρξή του και μόνο απειλεί την «εκλεκτή» σχέση που έχει χτιστεί. Γι’ αυτό πρέπει να σβηστεί.

Οι αόρατες πληγές: κατάσκοπος, έμπιστος, σύμμαχος, «ελεύθερος»
Η γονεοποίηση και η συναισθηματική αιμομιξία δεν έρχονται ποτέ μόνες τους — κουβαλούν μαζί τους πιο συγκεκριμένες, πιο αιχμηρές πληγές, που αξίζει να τις δούμε η κάθε μία χωριστά. Γιατί όλες αφήνουν ίχνος — όχι αύριο, όχι σε πέντε χρόνια· σε όλη την υπόλοιπη ζωή.

Το παιδί-κατάσκοπος. Όταν το παιδί μαθαίνει να γυρίζει από τον αποξενωμένο γονιό και να αναφέρει: τι είπε, ποια ήταν μαζί του, τι υπήρχε στο ψυγείο, αν έκλαψε, αν γέλασε, αν μίλησε στο τηλέφωνο — τότε έχει χάσει το δικαίωμα στη σχέση. Δεν βλέπει πια τον γονιό ως άνθρωπο, τον βλέπει ως στόχο παρατήρησης. Οι κλινικοί βλέπουν αυτά τα παιδιά να αναπτύσσουν διαρκή υπερεπαγρύπνηση: σκανάρουν χώρους, πρόσωπα, τόνους φωνής, χωρίς να μπορούν να σταματήσουν. Έχουν διδαχθεί ότι η πληροφορία είναι επιβίωση και η εγγύτητα είναι παγίδα. Δεν μπορούν να είναι μαζί με κάποιον χωρίς ένα κομμάτι τους να καταγράφει.

Το παιδί-έμπιστος. Όταν ο αποξενωτής μοιράζεται μαζί του πληροφορίες που δεν του αντιστοιχούν — για εξωσυζυγικές σχέσεις, για οικονομικά, για δικαστικά έγγραφα, για σεξουαλικά ζητήματα του γάμου — φορτώνει στο παιδί ένα βάρος που ψυχικά δεν σηκώνεται. Το παιδί κουβαλά μια ενοχή αντ’ αυτού, μια ντροπή για πράγματα που δεν έκανε, και ένα αίσθημα μοναξιάς, γιατί δεν υπάρχει κανείς άλλος με τον οποίο μπορεί να μιλήσει. Η ίδια η γνώση το απομονώνει. Αργότερα θα δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, θα νιώθει «γερασμένο» από μέσα, θα αναζητά συντρόφους που «χρειάζονται σωτηρία» — γιατί αυτό έμαθε να σημαίνει η οικειότητα: να κουβαλάς το μυστικό του άλλου.

Το παιδί-σύμμαχος στη δικαστική διαμάχη. Όταν ο αποξενωτής λέει στο παιδί «είμαστε ομάδα», «τους βάλαμε κάτω», «εσύ θα το πεις στη δικαστή», το παιδί παύει να είναι παιδί του χωρισμένου ζευγαριού. Γίνεται συναγωνιστής του ενός εναντίον του άλλου. Καταθέτει, υπογράφει, υιοθετεί τη γλώσσα της μήνυσης. Και μέσα του θαμπώνει κάτι: ότι προκάλεσε, συνειδητά ή ασυνείδητα, μεγάλη ζημιά στον γονιό που απέρριψε. Αυτή η συνειδητοποίηση αργεί — αλλά όταν έρθει, πολλές φορές σε μεγάλη ηλικία, φέρνει μαζί της μια ενοχή ηχηρή και μια ντροπή που δύσκολα γιατρεύεται. «Συμμετείχα σε κάτι που δεν έπρεπε να συμμετέχει κανείς, και ειδικά ένα παιδί.»

Το «απόλυτα ελεύθερο» παιδί. Όταν ο αποξενωτής καταργεί κάθε δομή —χωρίς ώρες ύπνου, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς όρια, χωρίς «όχι»— το κάνει με διπλό στόχο: αφενός να παρουσιάζεται ως «ο διασκεδαστικός, ο κατανοητικός», αφετέρου να καταστήσει κάθε προσπάθεια του αποξενωμένου γονιού να βάλει μέτρο σε αυστηρότητα, σε καταπίεση, σε «καταστροφή της ελευθερίας». Το παιδί βρίσκεται παγιδευμένο σε μια ψευδαίσθηση χωρίς όρια που νιώθει σαν αγάπη, αλλά στο βάθος είναι εγκατάλειψη — κανείς δεν ήταν εκεί για να πει «όχι», γιατί κανείς δεν ήταν πραγματικά εκεί. Αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν με σοβαρή δυσκολία στην αυτορρύθμιση: δεν ξέρουν πώς να βάλουν όρια στον εαυτό τους, πώς να αντέξουν το όχι, πώς να κρατήσουν πρόγραμμα, πώς να διαχειριστούν τη ματαίωση. Στην ενήλικη ζωή το πληρώνουν ακριβά — στις σχέσεις, στην εργασία, στον χρόνο, ακόμα και στο σώμα.

Και οι τέσσερις αυτές πληγές έχουν ένα κοινό: το παιδί δεν τις βιώνει τη στιγμή που γίνονται ως πληγές. Τις βιώνει ως αγάπη, ως εμπιστοσύνη, ως προνόμιο. Το τραύμα γίνεται ορατό μόνο αργότερα, όταν ο ενήλικας αρχίζει να διερωτάται γιατί δεν ξέρει να ησυχάζει, γιατί δεν εμπιστεύεται, γιατί δεν μπορεί να ανασάνει σε μια σχέση χωρίς να κάνει κάτι.

Μέσα στον αποξενωμένο γονιό: η απώλεια που δεν έχει όνομα
Ο αποξενωμένος γονιός ζει μια απώλεια που ο κόσμος δεν έχει μάθει να βλέπει. Η κλινική βιβλιογραφία την ονομάζει ambiguous loss — διφορούμενη απώλεια. Το παιδί ζει, αλλά είναι αφύσικα απρόσιτο. Δεν υπάρχει κηδεία, δεν υπάρχουν συλλυπητήρια, δεν υπάρχει κοινωνική αναγνώριση του πένθους. Δεν μπορεί να πενθευτεί κανονικά επειδή δεν έχει τέλος· η ελπίδα και η απόγνωση συνυπάρχουν εναλλάξ κάθε μέρα, για χρόνια, για δεκαετίες.

Μαζί με τη θλίψη έρχεται η διάλυση της ταυτότητας. «Τι γονιός είμαι, αν το παιδί μου με απορρίπτει;» — μια ερώτηση που διαβρώνει τον εαυτό από μέσα προς τα έξω. Ο γονιός αμφισβητεί τις ίδιες του τις μνήμες: αγαπηθήκαμε πραγματικά; Έκανα λάθος; Φταίω εγώ σε κάτι που δεν βλέπω; Αυτή η ιλιγγιώδης ενδοσκόπηση, μάλιστα, ενθαρρύνεται από τον αποξενωτή· είναι ακριβώς ο στόχος της προβολής και της ανακατασκευής της ιστορίας — να αναλάβει ο αποξενωμένος γονέας όλο το βάρος, ώστε να ξεχαστεί αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

Υπάρχει και μια πιο ύπουλη μορφή αυτής της απώλειας: να βρίσκεσαι με το παιδί σου και να μη μπορείς να είσαι γονέας του. Όταν επιστρέφει από το άλλο σπίτι χωρίς πρόγραμμα, χωρίς όρια, χωρίς «όχι», και εσύ πρέπει να επαναφέρεις μια στοιχειώδη δομή —ώρα ύπνου, φαγητό στο τραπέζι, υποχρεώσεις— ο μόνος τρόπος να το κάνεις είναι να γίνεις αμέσως «ο κακός», «ο αυστηρός», «αυτός που δεν μας αφήνει να ζήσουμε». Κάθε φυσιολογική γονεϊκή πράξη γυρίζει εναντίον σου. Δεν φροντίζεις· απαγορεύεις. Δεν αγαπάς· καταπιέζεις. Η εξάντληση δεν είναι μόνο από την απουσία — είναι κι από την αδυναμία να κάνεις το στοιχειώδες του ρόλου σου χωρίς να πληρώσεις κάθε φορά το τίμημα.

Τα κοινωνικά δίκτυα συρρικνώνονται. Φίλοι και συγγενείς δεν ξέρουν τι να πουν, κάποιοι αποστασιοποιούνται, άλλοι δείχνουν υπομονή ως τα όρια τους και μετά προτείνουν «να προχωρήσεις», σαν να ήταν δυνατόν. Το σώμα ακολουθεί: κατάθλιψη, άγχος, αϋπνία, ψυχοσωματικά συμπτώματα. Οι κλινικοί καταγράφουν συμπτωματολογία που προσομοιάζει με PTSD: υπερδιέγερση, παρεισφρητικές σκέψεις, αποφυγή, αίσθημα ματαιότητας, απώλεια νοήματος. Μια παιδοψυχολόγος, μητέρα η ίδια ενός αποξενωμένου παιδιού, έγραψε στον Warshak: «Με όλη μου την εκπαίδευση, τους φίλους μου, την προσωπική μου θεραπεία — δεν μπορώ να βρω ανακούφιση για το βαθύ πένθος στο οποίο βρίσκομαι. Είμαι συντετριμμένη από την απώλεια της κόρης μου. Για μένα είναι χειρότερο από τον θάνατο. Είναι μια αδιέξοδη, περιττή απώλεια. Και το χειρότερο δεν είναι καν για μένα. Πενθώ για την κόρη μου, που δεν θα ξανανιώσει ποτέ την αίσθηση της χαράς στον κόσμο.»

Σε αυτό το πένθος προστίθεται η αποκαμωμένη μοναξιά απέναντι στο νομικό σύστημα. Υποθέσεις που τραβούν χρόνια, δικαστές που αλλάζουν, ειδικοί που δεν γνωρίζουν τη γονική αποξένωση ή —χειρότερα— την αναπαράγουν, χαρακτηρίζοντας την απόρριψη του παιδιού «φυσιολογική έκφραση βούλησης». Ο γονιός βγαίνει από κάθε ακρόαση πιο φθαρμένος, πιο αμφισβητημένος, πιο αόρατος. Δεν είναι υπερβολικός. Δεν είναι τρελός. Είναι απλώς κάποιος που κουβαλάει ένα τραύμα που η κοινωνία δεν έχει ακόμη μάθει να ονομάζει.

Το ενήλικο παιδί της αποξένωσης: τι κουβαλιέται για μια ζωή
Τα ενήλικα αποξενωμένα παιδιά έχουν μια ιδιαίτερη ψυχική υπογραφή. Η αγάπη που κάποτε έμαθαν να καταχωνιάζουν δεν εξαφανίστηκε ποτέ — βρίσκεται «στο ράφι». Οι ψυχοθεραπευτές μιλούν για «μη επεξεργασμένα αισθήματα» ή «ανεπίλυτες σχέσεις»· ο ενήλικας δεν έχει κλείσει εσωτερικά αυτό που του συνέβη στην παιδική ηλικία, απλώς έχει μάθει να ζει με το ράφι κλειστό. Ένα κλινικό σημάδι το προδίδει: η αδυναμία να νιώσει ενιαία αμφιθυμία απέναντι στον απορριμμένο γονέα. Ένας άνθρωπος που πραγματικά δέχτηκε ανεπαρκή γονεϊκότητα μπορεί ταυτόχρονα να αγαπά, να λυπάται, να οργίζεται, να συγχωρεί. Αυτός που έχει αποξενωθεί δεν μπορεί — κουβαλάει μόνο απουσία.

Η απουσία βγαίνει στη ζωή του. Στις στενές σχέσεις, στον γάμο, στη γονεϊκότητα, ο ενήλικας που έχει κόψει ένα κομμάτι από τον εαυτό του κουβαλάει μια λιγότερη ικανότητα να νιώθει — τον δικό του σύντροφο, τα δικά του παιδιά, τον ίδιο του τον εαυτό. Έχει διδαχτεί από νωρίς να μεταχειρίζεται ως «αναλώσιμο» κάποιον που αγαπούσε. Οι επιδημιολογικές μελέτες καταγράφουν: αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης, κατάχρησης ουσιών, δυσκολία στην εμπιστοσύνη, υψηλότερα ποσοστά διαζυγίου στη δική τους ζωή. Η εφηβεία —η περίοδος που χτίζεται η ταυτότητα— ήταν ακριβώς η περίοδος που η ταυτότητα είχε ήδη σπάσει.

Σε αυτούς που έζησαν και γονεοποίηση ή συναισθηματική αιμομιξία, το βάρος παίρνει συγκεκριμένο σχήμα. Ο ενήλικας αυτός γίνεται «ο άνθρωπος που φροντίζει όλους εκτός από τον εαυτό του». Μπαίνει σε σχέσεις όπου παρέχει ψυχικό στήριγμα αλλά δεν ξέρει να το ζητήσει· δυσκολεύεται να βάλει όρια, γιατί ποτέ δεν του δόθηκε η άδεια να έχει. Συχνά επαναλαμβάνει τον ρόλο ασυνείδητα: είτε διαλέγει σύντροφο που χρειάζεται «σωτηρία», είτε, στη γονεϊκότητά του, περιμένει —χωρίς να το συνειδητοποιεί— από το παιδί του να τον καταλάβει και να τον στηρίξει. Στην ερωτική ζωή κουβαλά σύγχυση: η κοντινότητα συνδέεται με απώλεια εαυτού· η αυτονομία με προδοσία. Και παντού, πίσω από τους ρόλους του, περιφέρεται ένα κενό — η παιδικότητα που δεν έζησε ποτέ, η οποία εμφανίζεται αργότερα ως κατάθλιψη, ως κόπωση συμπόνιας, ως αίσθηση ότι «δεν έχω τίποτα δικό μου».

Σε αυτούς που έμαθαν να κατασκοπεύουν, η υπερεπαγρύπνηση γίνεται δεύτερη φύση. Δεν μπορούν να ησυχάσουν ούτε σε μια σχέση ασφαλή· σκανάρουν, ελέγχουν, φοβούνται να αφεθούν. Η οικειότητα τους τρομάζει γιατί τη συνδέουν με υποχρέωση να αναφέρεις. Σε αυτούς που έγιναν έμπιστοι ακατάλληλων πληροφοριών, ένα κομμάτι της παιδικής ηλικίας έχει σβήσει οριστικά — και μαζί του μια ικανότητα να παίζει, να χαλαρώνει, να μην κουβαλά. Σε αυτούς που έγιναν σύμμαχοι στη δικαστική μάχη, μια μέρα, ίσως πολύ αργά, έρχεται ο απολογισμός: μια ενοχή απέναντι στον γονιό που απέρριψαν και απέναντι στον εαυτό τους, που έχασε χρόνια που δεν γυρνούν. Και σε αυτούς που έζησαν χωρίς κανόνες, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς «όχι», η ενήλικη ζωή γίνεται ένα διαρκές αγώνισμα αυτορρύθμισης: δυσκολεύονται να σεβαστούν τον χρόνο του άλλου, τις υποχρεώσεις, τα όρια, το δικό τους σώμα. Συχνά το αντιλαμβάνονται αργά, όταν η ζωή τους έχει ήδη πληρώσει ψηλό τίμημα.

Η ιδιαίτερη δυσκολία για αυτόν τον ενήλικα είναι ότι δεν θυμάται τη σχέση με τον αποξενωτή ως κακοποίηση· τη θυμάται ως μοναδική αγάπη. Γι’ αυτό και η συνειδητοποίηση έρχεται αργά, συχνά σε μεσήλικη ηλικία, συχνά μετά από κρίση — στο δικό του διαζύγιο, σε κατάρρευση, στη γέννηση του δικού του παιδιού. Μόνο τότε αρχίζει να αναγνωρίζει ότι αυτό που περνούσε για «εκλεκτό δεσμό» ήταν εγκλωβισμός, και ότι ο γονέας που «δεν τον ήθελε» ίσως ήταν ο μοναδικός που θα τον άφηνε πραγματικά ελεύθερο.

Το πιο οδυνηρό σενάριο είναι όταν ο απορριμμένος γονιός πεθαίνει πριν προλάβει το ενήλικο παιδί να τον ξαναγκαλιάσει. Τότε αναδύεται μια ενοχή που δεν έχει πού να σταλεί. Γι’ αυτό η κλινική εμπειρία συγκλίνει σε κάτι απλό και ανθρώπινο: όταν έρχεται η επανασύνδεση, δεν ζητείται απολογία. Δεν απαιτείται από τον ενήλικα να παραδεχτεί τι έκανε, να ξαναζήσει τον πόνο του. Του επιτρέπεται, απλώς, να επιστρέψει. Αυτό που ήταν παγωμένο ξαναλιώνει σιγά-σιγά, χωρίς εξηγήσεις — όπως αυτό που είχε παγώσει, είχε παγώσει επίσης χωρίς εξηγήσεις.

Μια σημείωση από την καρδιά
Στον γονιό που διαβάζει αυτό και αναγνωρίζει τον εαυτό του: αυτό που βιώνετε έχει όνομα, έχει μορφή, έχει καταγραφεί. Δεν είστε «υπερβολικός», δεν είστε «τρελός», δεν φαντάζεστε πράγματα. Η αγάπη σας, ακόμα κι όταν δεν γίνεται δεκτή, καταγράφεται. Τα παιδιά αισθάνονται την παρουσία που επιμένει, ακόμα κι αν δεν μπορούν —τώρα— να το δείξουν. Δεν είναι μάταιο, ακόμα κι αν φαίνεται έτσι για χρόνια.

Στον ενήλικα που κάποτε ήταν αποξενωμένο παιδί και σήμερα ψάχνει γιατί ο χαρακτήρας του φαίνεται αλλοιωμένος, γιατί δεν μπορεί να εμπιστευτεί, γιατί νιώθει ένα κενό που δεν ξέρει να ονομάσει: δεν έφταιγες. Ό,τι έκανες ήταν ο πιο οικονομικός τρόπος που βρήκες ως παιδί για να επιβιώσεις. Αγάπησες όπως σε άφησαν να αγαπήσεις. Σήμερα μπορείς να ανοίξεις ξανά το ράφι, με τον δικό σου ρυθμό, με βοήθεια αν χρειάζεται — και να ξαναβρείς κομμάτια του εαυτού σου που δεν χάθηκαν ποτέ. Απλώς περίμεναν. Και ίσως περιμένει κι εκείνος ο γονέας, σιωπηλά, υπομονετικά — όπως τον διδάξατε να περιμένει.

Πηγές
Warshak, A.R. (2014). Divorce Poison. How to Protect Your Family from Bad-mouthing and Brainwashing.
Viljoen, M. (2014). Exploring the lived experiences of psychologists working with Parental Alienation Syndrome.
Gardner, A.R., Sauber, S.R., Lorandos D. (2006). The International Handbook of Parental Alienation Syndrome.